Πικραμύγδαλο
- Arthografies

- Mar 6, 2024
- 5 min read

Με επισκέφτηκε χρόνια μετά. Τον φίλεψα τυρί και κόκκινο κρασί, άναψα το τζάκι. Εγώ έκατσα στη πολυθρόνα που συνήθιζα καιρό να κάθομαι και άπλωσα τα γυμνά μου πόδια πάνω σε ένα ογκώδες κουτσουνάρι. Έκανε κρύο και εγώ δε φορούσα τίποτα άλλο παρά μόνο μια διάφανη ρόμπα. Εκείνος απέναντι μου κάθισε στο ξύλινο σκαμπό χαζεύοντας τη φωτιά. Το κρασί ήταν υπέροχο. Θύμιζε κάτι από μέλι και οινόπνευμα, έχει βαθύ φρουτώδες άρωμα και είναι ελαφρώς πηκτό, σαν αίμα. Όπως μ’αρέσει. Ήπια άλλη μια γενναία γουλιά.
Εκείνος χάζευε τη φωτιά και εγώ αυτόν. Τόσα χρόνια μετά και όμως ήταν σαν να μη πέρασε μια μέρα. Καμία προσπάθεια από κανένα μας να γεμίσει το κενό. Τον περίμενα καιρό τώρα. Άναψα ένα τσιγάρο. Ρούφηξα και κράτησα το καπνό στο στόμα μου. Ποτέ δε το κατέβαζα στα πνευμόνια, πάντα μ’άρεσαι να τον κρατάω εκεί ανάμεσα στις παρίες και τη ρόδινη γλώσσα, κάτι από τη γεύση μεταξύ αλκοόλ και του καπνού που όλο περιέργως θύμιζε βαριά καραμέλα και βανίλια, με τρέλαινε. Ξεφυσούσα πάντα από τη μύτη.
“ Κάποτε μου φώναζες να μη καπνίζω και τώρα το κάνεις εσύ.” μου πέταξε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του από τη φωτιά Σουλτάνα που χόρευε για χάρη μας σε μια δική της μελωδία. Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά. “ Θυμάσαι πόσο είχα απογοητευτεί όταν σε είδα να καπνίζεις για πρώτη φορά;”Δεν του απάντησα. Κατέβασα άλλη μια γουλιά κρασί. Εκείνος μου άρπαξε το ποτήρι και το άφησε στο ξύλινο σκονισμένο τραπέζι παραδίπλα. “ Πίνεις.” Τα άδεια μπουκάλια κρασί πάνω στο μαρμάρινο περβάζι από το τζάκι με είχαν προδώσει. Αναστέναξε. Γέρνοντας το κεφάλι μου να ακουμπήσει στη πλάτη της πολυθρόνας και κοιτάζοντας τη φωτιά, ένιωσα τα μάγουλα μου να αρπάζουν. Καυτά δάκρυα κύλισαν αργά, αργά στο πρόσωπο μου μέχρι που μούσκεψαν το λαιμό και απορροφήθηκαν.
Άπλωσε το χέρι του και έτρεξε τα χέρια του στα τα πόδια μου, έπειτα στη κοιλιά, το στήθος, το λαιμό και το πρόσωπο μου. Με υποχρέωσε με τη στροφή της παλάμης του να γυρίσω και να τον κοιτάξω. “ Συγνώμη.” Έσπρωξα το πρόσωπο του μακρυά. Με χαστούκισε. Δεν πόνεσα. Το ένιωσα σαν χάδι. Δε με χτυπούσε ποτέ. Απέστρεψα το βλέμμα μου. “ Πες μου μια λέξη!” ούρλιαξε πιάνοντας με από τους ώμους και ταρακουνώντας με. Γέλασα. Γέλασα με τη ψυχή μου.
Πέταξε με δύναμη το γυάλινο ποτήρι κάτω και σηκώθηκε να φύγει. Όλο το πάτωμα γέμισε από στάλες κόκκινο κρασί και μυτερά επικίνδυνα γυαλιά. Σαν σκηνή από έγκλημα έμοιαζε.“Είσαι μπεκρού!” όταν έφτασε στη πόρτα, τελικά ψιθύρισα: “ Είσαι δύσκολος άνθρωπος να αγαπάς Ρόμπερτ.” Εκείνος πάγωσε. Έκλεισε τη πόρτα και επέστρεψε με αργά, σταθερά βήματα πίσω. Ο ήχος από το γυαλί που πάτησε ήταν σαν κραυγή. Έκατσε δίπλα μου και άρπαξε το τσιγάρο μου. Ρούφηξε δυνατά και φύσηξε όλο το καπνό στο πρόσωπο μου. “ Πότε θα με πιστέψεις Βανέσα; Πότε θα πάψεις να μου ρίχνεις ευθύνες;”
Άπλωσα το χέρι μου και του ζήτησα ένα από τα σκονισμένα, κιτρινισμένα βιβλία που βρισκόταν στη βιβλιοθήκη. Ήταν μια ποιητική συλλογή από το Πάμπλο Νερούδα. Το άνοιξα να του διαβάσω, όπως κάναμε τότε, μα εκείνος με σταμάτησε κλείνοντας το απαλά και τοποθετώντας το στη δική του ποδιά. “ Θα διαβάσω εγώ.” μου είπε και εγώ άναψα το επόμενο τσιγάρο κλείνοντας τα μάτια και ξαπλώνοντας το κεφάλι μου προς τα πίσω. “ Πες μου έναν τυχαίο αριθμό.”μου πέταξε. Συνήθιζα να του το λέω κάθε φορά πριν του διαβάσω καθώς ποτέ δε διαβάζαμε από την αρχή ένα βιβλίο. Κάποιες φορές ξεκινούσαμε από το τέλος, άλλες από τη μέση. “ 153.” του απάντησα χαμογελώντας.
“ Είχε μπλαβίσει η ζωή μου απ’την πολλήν αγάπη
και πέταγα συνέχεια σαν τα τυφλά πουλιά
ώσπου έφτασα επιτέλους στο παράθυρο σου:
εσύ άκουσες ένα βουητό καρδιάς κατασπασμένης
και τότε απ’τα σκοτάδια μ’ανέβασες στο κόρφο σου,
χωρίς να ξέρω βγήκα στου σιταριού τον πύργο,
πήδησα μες στα χέρια σου να ζήσω,
βρέθηκα από τον πόντο στη χαρά σου.
Κανένας τι σου οφείλω σε μπορεί να μετρήσει,
αστράφτει ότι σου οφείλω και είναι μαι ρίζα γέννημα
του Αράουκο ότι σου οφείλω, αγαπημένη.
Σίγουρα είναι μ’ αστέρια γεμάτο ότι σου οφείλω,
ότι σου οφείλω μοιάζει μ’αγριότοπου πηγάδι
όπου φύλαξε ο χρόνος αστραπές ταξιδιάρες.”
Έκλεισε το βιβλίο και πλησίασε το πρόσωπο του κοντά στο δικό μου. Έπιασε το λαιμό μου και προσπάθησε να με φιλήσει. Κάτι χάραξε τα σωθικά μου, σαν μαχαιριά και αποτραβήχτηκα. “Έχεις απομείνει μισή. Τρως τίποτα;” είπε και άλλαξε θέμα. Δεν απάντησα. Αναστέναξε. Έκανε άλλη μια προσπάθεια, ήξερε τα αδύναμα μου σημεία. “ Τα έχω διαβάσει όλα όσα έχεις γράψει. Έρχομαι σε κάθε παρουσίαση βιβλίου σου και κάθομαι πάντα πίσω πίσω, μέσα από αυτά κατάλαβα πως νιώθεις. Οι ηρωίδες σου είσαι εσύ. Θεώρησα σωστό να έρθω να σε βρω. Όταν έφυγα σου είπα ότι δε θα σε ξανά ενοχλήσω, δεν ήθελα να σε ταλαιπωρώ άλλο. Δεν ήμουν καλά μέσα μου γι’αυτό το έβαζα πάντα στα πόδια Βανέσα. Ξέρω ότι είναι αργά, αλλά πότε θα με συγχωρέσεις;”
“ Σε έχω συγχωρέσει Ρόμπερτ. Είχες πολλές δυνατότητες, είχαμε πολλές δυνατότητες. Όμως ήμασταν μόνο παιδιά.” “ Με πονούσε. Με πονούσε όταν σε συναντούσα ανά τακτά χρονικά διαστήματα σε τραμ, λεωφορεία και πλοία, με πονούσε όταν η μοίρα μας έφερνε πρόσωπο με πρόσωπο και τότε ανταλλάσαμε τα νέα μας, ήξερα ότι είχα κάνει λάθος επιλογή αλλά ήξερα επίσης ότι δε θα μπορούσαμε να ευτυχίσουμε μαζί. Σ’αγαπάω και σε νοιάζομαι πραγματικά αλλά και εσύ είσαι δύσκολος άνθρωπος να αγαπηθείς Βανέσα. Είσαι απότομη, δε φιλτράρεις αυτά που λες, γίνεσαι αγενής, φλερτάρεις με άλλους, ζηλεύεις χωρίς λόγο, με έπνιγες. Την ίδια στιγμή είσαι τόσο φροντιστική και δοτική, γεμάτη μυστήριο και δυναμισμό, έχεις κάτι από μια τρέλα που είναι αδύνατο να μη σ’ερωτευτεί κανείς, να μη σε αγαπήσει κανείς… Έχεις ιδέα πόσο δύσκολο ήταν για εμένα να φύγω;”
“ Πάψε, μη μιλάς άλλο ανάθεμα σε!” του φώναξα με λυγμούς και τον έσπρωξα μακρυά μου. “ Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω.” μου πέταξε και έβαλε το κεφάλι του ανάμεσα στα πόδια του απογοητευμένος. Χάιδεψα τα μαλλιά του, ήξερα πόσο του άρεσε αυτό, έπαιξα με τις μπούκλες του, ήταν γκρίζες τώρα. “ Δε θα μπορούσαμε ποτέ ξανά να ήμαστε όπως ήμασταν άλλωστε. Ήμουν άλλος άνθρωπος τότε. Ο άνθρωπος που αγάπησα ήταν επίσης διαφορετικός. Δε του μοιάζεις σε τίποτα τώρα. Με πληγώνει πολύ που δεν είμαστε εκείνο το ζευγάρι πλέον, υπήρξαμε πραγματικά ευτυχισμένοι Ρόμπερτ"
" Δε σου θυμώνω που έφυγες, θυμώνω που δεν το ξανά ένιωσα, θυμώνω που δεν ξανά ένιωσα ότι αγαπάω κάποιον ως έχει. Ίσως έτσι είμαστε μερικοί άνθρωποι, δε μας νοιάζει τόσο να αγαπηθούμε αλλά περισσότερο να αγαπήσουμε. Τι να τη κάνεις τόση αγάπη μέσα σου, πως να τη κουβαλήσεις όλα αυτά τα χρόνια; Είναι αβάσταχτο το φορτίο καλέ μου. Δεν είσαι κανένας αν δεν αγαπάς κάποιον άλλο πέρα από τον εαυτό σου. Μια ζωή σπατάλησα και δε βρήκα άνθρωπο να με κάνει να τον αγαπήσω γνήσια, να θέλω να του δώσω αυτά που έχω και ας πνιγόταν Ρόμπερτ. Καταλαβαίνεις πόσο δύστυχη με κάνει αυτό;”
Μου φύλησε το χέρι, το έσφιξε στη τεράστια παλάμη του. “ Πρέπει να πάω να πάρω τη γυναίκα μου από το κομμωτήριο και τα παιδιά από το σχολείο. Πρέπει να φύγω.” ψιθύρισε. Και εγώ τον άφησα.



Comments