top of page

Ο μονόλογος της Καλοσύνης

  • Writer: Arthografies
    Arthografies
  • Feb 21, 2024
  • 4 min read



Περπατάω στο δρόμο. Είναι καλυμμένος με τσιμέντο. Κάπου, κάπου δίνουν τη μάχη τους ,σιωπηλά, λουλούδια και χορταρικά. Ξεφυτρώνουν, σκαρφαλώνουν στους στύλους της Δ.Ε.Η αγκομαχώντας, και πορεύονται για τον ουρανό, να ξεφύγουν, να γλιτώσουν. Εκεί λοιπόν στους δρόμους που διασχίζω, έχουν χτίσει τα παλάτια τους οι άνθρωποι. Ο καθένας έχει το δικό του τσιμεντένιο παλάτι. Έχουν υψώσει πέτρινους τοίχους, έχουν φυτέψει δέντρα και θάμνους, έχουν κατεβάσει πανιά σαν πειρατές και κρύβονται, κάπου εκεί μέσα βρίσκονται σε νάρκη. Όχι χειμερινή, η δική τους, είναι νάρκη ολόκληρης ζωής. Με ξεχάσανε...

 Εκεί που τυγχάνει να συναντιούνται με τον γείτονα γιατί τυγχάνει να μοιράζονται το ίδιο παλάτι, χτίζουν τοιχάκια ή βάζουν τζαμάκια για να χωρίσουν την αυλή και κυρίως να μη βλέπονται. Ανάθεμα και αν θυμάται ο ένας το πρόσωπο του άλλου, μένουν μαζί και δε μιλιούνται. Στρέφονται στις μηχανές που έχουν αντικαταστήσει κάθε ανθρώπινη ανάγκη, από την επικοινωνία μέχρι τη συνάντηση. Και αυτοί οι ανόητοι αρκούνται στις ψευδαισθήσεις, προσκυνούν το Πλαστικό και το Διαδίκτυο. Τα πρόσωπα τους σκλήρυναν, ξεθώριασαν. Λειτουργούν και αυτοί σαν μηχανές. Με ξεχάσανε...

Δεν υπολογίζουν πια τον άλλο σαν προσωπικότητα μόνο μετράνε την θέση του στη κοινωνία και τι έχει να τους προσφέρει αυτή. Στρέφουν το δάκτυλο τους δεξιά για να δεχτούν και αριστερά για να απορρίψουν έναν άλλο άνθρωπο. Ζητούν φωτογραφίες κούφιων σωμάτων μέσα από τη προστασία την οθόνης, προωθούν τη κρεαταγορά. Κάθε πρωί φορούν τα προσωπεία τους, είναι καλά σμιλευμένα, "και ούτε γάτα ούτε ζημιά". Παρουσιάζονται καλοί και αθώοι ο ένας στον άλλο, μα στη πρώτη ευκαιρία βγάζουν νύχια ακονισμένα και ξεσκίζουν ψυχές, σάρκα και όνειρα . Καραδοκούν και προετοιμάζονται, με τη πρώτη αφορμή να επιτεθούν, ο άλλος είναι ο εχθρός, μόνο μη τους πιάσει στον ύπνο. Με ξεχάσανε...

Το πρόβλημα είναι ότι δε ξέρουν ποιος είναι ο πραγματικός εχθρός, δε ξέρουνε που πάνε, μόνο μη δούνε τον άλλο να πετυχαίνει. Και τι να πει κανείς για εκείνους που έχουν τα παραπάνω, που ευνοήθηκαν από μια τυχαία μοίρα, ή που τα απέκτησαν με τη βία, παρουσιάζονται ανώτεροι θεοί και ποζάρουν με φίλτρο στο φακό της ζήλειας, του μόχθου και της σαπίλας. Προσποιούνται οι σπιούνοι ότι όλα τα έχουν και από μέσα τους η ψυχή τους διψά να βιώσουν λίγη από την αγάπη των φτωχών. Σπρώχνουν με αγκώνες, βρίζουν και χειρονομούν, δεν έχουν υπομονή και όλο αναστενάζουν. Δακτυλοδείχνουν και κρίνουν σαν δικαστές το λάθος και το σωστό λες και η δική τους συνείδηση είναι καθαρή. Με ξεχάσανε...

Στους καιρούς της σήψης παραμελήσανε τα σώματα τους, βυθίζονται σε φτηνή ηδονή, επιθυμούν το γρήγορο και το εύκολο, ένα ψήγμα ευτυχίας να πάρουν, να γευτούν, ίσα ίσα για να συνεχίσουν τις εξαντλητικές τους μέρες. Παχύνανε και ξεχείλωσαν οι σάρκες τους, γίνανε δυσκίνητοι, σέρνονται αγκαλιά με ένα χαρτοφύλακα και τη λαχτάρα του πράσινου χαρτιού. Άλλοι πάλι χτίζουν μύες με καραμέλες που καταπίνουν χωρίς δεύτερη σκέψη, αυτό τους απέμεινε μονάχα, μπας και φοβίσουν τον εχθρό, μπας και κερδίσουν μια στάλα θαυμασμού, ψοφάνε για τη προσοχή του άλλου. Ναρκισσιστές και εγωκεντρικοί γίνανε. Θέλω τόσο πολύ να τους φωνάξω’’ Δε θα σας σώσουν οι μύες από τα προβλήματα της ζωής, κατακαημένοι.’’ Παραμελούν το πνεύμα τους και γίνανε ευκολοχείριστοι. Καταπίνουν και μασάνε ότι τους σερβιστεί, και καταλήξανε να εμφανίζουν θανατηφόρα καρούμπαλα .Με ξεχάσανε...

Άλλοι παρουσιάζονται σαν Σωσίες πίσω από μια κάμερα, επιτελούν το ρόλο του δήθεν φιλελεύθερου κερδίζοντας εξωφρενικά ποσά. Υφαίνουν και γαζώνουν συνειδήσεις, όνειρα και ηθική. Γίνανε πρότυπα για τα παιδιά μας. Μα δε βλέπουν ότι τα κάνουν να θέτουν εξωπραγματικούς στόχους; Δε τα βλέπουν που συγκρίνουν τον εαυτό τους και το σώμα τους με μια φιλτραρισμένη πραγματικότητα; Μασούν αναμασημένη τροφή. Η αυτοπεποίθηση τους έγινε μαλλιά κουβάρια. Είδα ψεύτικη αυτοπεποίθηση και μαξιλάρια που απορρόφησαν τα δάκρυα τους τα βράδια, σαν σφουγγάρια. Με ξεχάσανε...

Βιάζονται συνεχώς και δε ξέρουνε τον λόγο, δεν ξαποσταίνουν ποτέ, στο βωμό του χρήματος θυσιάζουν την οικογένεια. Είναι πολλές οι ανάγκες τους, που καιρός για συναισθήματα και καλλιτεχνική μόρφωση; Μα είναι όντως τόσες πολλές οι ανάγκες τους ή μήπως είναι πλασματικές; Βομβαρδίζονται με υλικιστικές ανάγκες συνεχώς. Τρέχουν λοιπόν, τρέχουν, συνεχώς δε τους φτάνει ο χρόνος,  δε τους φτάνουν τα χρήματα θένε κι’άλλα θένε πιο πολλά, ‘’ ο χρόνος είναι χρήμα’’. Που καιρός για εθελοντισμό; Που καιρός για θυσίες; Δεν ασχολούνται με τη πολιτική αφήνονται στο έλεος του Θεού. Με ξεχάσανε...

Αθεόφοβοι, τίποτα δεν φοβούνται τα καταπατούν όλα, τα θέλουν όλα δικά τους, κατέστρεψαν τη φύση, ρουφήξανε κάθε απομεινάρι και μετά τη πετάξανε σαν στημένη λεμονόκουπα. Στενόμυαλοι, ύπουλοι, μοχθηροί, και μυστικοπαθείς κατάντησαν. Το βράδυ γυρνάνε στο τσιμεντένιο παλάτι και εξαθλιωμένοι πια συνειδητοποιούν τη κατάληξη της ανθρωπότητας. ‘’Τι να κάνουν όμως εκείνοι;’’, κλείνουν ένα βλέφαρο, λαγοκοιμούνται και ξεχνάνε για να συνεχίσουν την επομένη. "Δεν είναι καιρός για εξεγέρσεις άστα αυτά για τους τρελούς που θέλουν να χάσουν την ευκαιρία να ευτυχήσουν." σκέφτονται και γυρίζουν πλευρό. Με ξεχάσανε...

Με ξεχάσανε, πράγματι, αλλά ευτυχώς υπάρχουν ακόμη εκείνες οι λίγες ευγενικές ψυχές που πιστεύουν ακόμη στον άνθρωπο, που χρησιμοποιούν την επιστήμη σωστά, που διαβάζουν, γράφουν, ενημερώνονται, αμφισβητούν και ψάχνονται. Που παραδέχονται τα λάθη τους και παλεύουν για ένα καλύτερο μέλλον, που καταπίνουν την υπερηφάνεια τους, που βγαίνουν εκεί έξω και κυνηγάνε τη περιπέτεια, που τολμούν να ονειρεύονται και να μάχονται για το ‘’άπιαστο’’ και το ‘’αδύνατο’’, που δίνουν χωρίς να περιμένουν επιστροφή, που σέβονται τη φύση, που δε φοβούνται να είναι ευάλωτοι, να πουν τη λέξη ‘’Σαγαπώ’’΄, που επιδιώκουν την αυτοβελτίωση και ενδιαφέρονται για τον συνάνθρωπο.

Εκείνες οι λίγες ευγενικές ψυχές που κοιτάνε τα άστρα και προσεύχονται, που μαγεύονται από τα πιο απλά, που αγαπάνε τη τέχνη επειδή γνωρίζουν ότι μόνο εκεί θα βρουν τη πραγματική λύτρωση, μιλάω για εκείνους τους λίγους, τους ρομαντικούς, που ξέφυγαν από την εποχή της Σήψης. Γίνονται όμως όλο και πιο λίγοι, όλο και πιο απόμακροι, γιατί πως αλήθεια να ανθήσει το τριαντάφυλλο ανάμεσα στα ζιζάνια; 

Με ξεχάσανε, καμπούριασαν και χλόμιασαν, από την αρρώστια της μοχθηρότητας, τον πυρετό της κακοβουλίας, τα αντιγόνα της ζήλειας και τη ψύχρα της μοναξιάς. Ωστόσο εγώ ακόμη ελπίζω, ελπίζω πως μιας μέρα θα καταλάβουν, θα δουν, η ομίχλη του εγωισμού και του συμφέροντος θα παρασυρθεί από τον άνεμο της αγάπης , της αλήθειας και της απελπισίας. Θα με ξανά θυμηθούν, δεν το ελπίζω τελικά, το πιστεύω, γιατί αυτό είμαι εγώ η Καλοσύνη, πιστεύω ακόμη στους ανθρώπους, πιστεύω ακόμη στο καλό, δε μπορεί όλο και κάποιος εκεί έξω θα με έχει ακουστά, όλο και κάποιος θα μπουχτίσει και θα διαλαλήσει το πόσο τελικά πίσω πήγαν ενώ καφιούνται για πρωτοπορία και εξέλιξη.

Comments


bottom of page