top of page

Οι επιστολές μας

  • Writer: Arthografies
    Arthografies
  • Dec 26, 2023
  • 4 min read

Updated: Feb 21, 2024



Αγαπητέ μου Αντριάν,

Δακρύζω μα δε δακρύζω από στεναχώρια. Τώρα πια ξέρω τι σημαίνει η κουκουβάγια, ξέρω γιατί τη συναντώ συχνά πυκνά στον ύπνο και το ξύπνιο μου. Η κουκουβάγια είναι το πεπρωμένο, είναι η λύτρωση, η κουκουβάγια είμαι εγώ. Ξέρω πως δε καταλαβαίνεις το παραλήρημα μου, δεν έχει σημασία ποτέ δε το κατάλαβες, δε χρειάστηκε να το καταλάβεις αυτό, κατάλαβες άλλα, μου αρκούσε που άκουγες, γι αυτό και σου ξανά γράφω.

Έχασα το δρόμο μου δε θα στο κρύψω, αμαρτίες μπόλικες, παραστρατήματα που δε σου φτάνουν δυο παλάμες δάχτυλα να τα μετρήσεις, δοκίμασα και δοκιμάστηκα από τότε που το έβαλες στα πόδια. Πόνος που αρνήθηκα και κάπου εκεί σάπισε ένα κομμάτι μέσα μου. Οι αμπελώνες της καρδιάς είναι δύσκολη καλλιέργεια καλέ μου, μαραίνονται και δύσκολα ξανά γεννάται φρέσκια ρόγα, πράσινο ζωηρό σταφύλι, τι κρασί λοιπόν να αρμέξω, τι μουσταλευριά να πλάσω, πως να ξανά γράψω;

Με ρωτούσες συχνά για τη συγγραφή θυμάσαι; “ Πως το κάνεις αυτό, πως στο καλό τα γράφεις αυτά που γράφεις;”έλεγες και με κοίταζες με απορία. Σάρεσε να σου τα διαβάζω τα βράδια που ξαπλώναμε μαζί, μου άρεσε και εμένα γιατί ένας συγγραφέας δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από έναν άνθρωπο που έχει ανάγκη να εκφραστεί. Γι’αυτό σου θύμωσα τόσο, μου στέρησες τη μεγαλύτερη λύτρωση μου, μου στέρησες τον εαυτό μου, γιατί κάθε φορά που τολμούσα να γράψω σε συναντούσα εκεί, και τρόμαζα να μη συναντήσω και εμένα πιο κάτω. Πνιγόμουν, έγραφα και πονούσα,ούρλιαζα και αιμορραγούσα σε μια στάλα δωμάτιο, σταματούσα.

Ήρθε όμως η ώρα, πες το, το θαύμα των Χριστουγέννων, πες το πως πέρασε ο καιρός και το φέραν έτσι τα πράγματα για να σου απαντήσω επιτέλους. Κουνούσα το κεφάλι σκεπτική όταν με ρώταγες, τι να σου έλεγα Αντριάν; Τι ξέρεις εσύ από βία, τι ξέρεις από φόβο, τι ξέρεις από εγκατάλειψη γλυκιέ μου, τι ξέρεις από εσωτερική βιοπάλη; Να λοιπόν γιατί γράφω. Γράφω γιατί δε μπορώ να μη γράφω όπως είχε πει και ο Ρίτσος. Γράφω γιατί έτσι μόνο υπάρχω. Η συγγραφή, η γνήσια που σου λέω, δε ψάχνει κοινό, δε ψάχνει να βρει θαυμαστές, λίγη γαλήνη ψάχνει. Δε γράφω για να μου πεις “τι ωραία που γράφεις…”, γράφω για να συναντήσω εμένα και ίσως κάπου εκεί ανάμεσα στα κόμματα και τις τελείες συναντήσουμε ο ένας τον άλλο.

Από τα δέκα μου αισθανόμουν λες και με είχανε σακατέψει, λες και πετάξανε τη ψυχή μου μέσα σε ένα στενό παλιό κλειδωμένο σεντούκι,διψούσα για αέρα βλέπεις. Δε καταλάβαινα πως λειτουργεί αυτό το ρημάδι ο κόσμος, δεν έβγαζαν νόημα τα μαθηματικά, ούτε οι υπολογιστές, μα το κυριότερο, δεν έβγαζαν νόημα οι άνθρωποι. Η μάνα ένα βράδυ ήρθε στο δωμάτιο μου κρατώντας ένα παραμύθι, “ ας διαβάσουμε μια ιστορία” μου είπε.

 Η ιστορία μιλούσε για το θάνατο. Είχα μόλις χάσει τη γιαγιά μου. Δεν με τρόμαζε τόσο η απώλεια της σαν γιαγιά, όσο με τρόμαζε ο θάνατος. Με επισκεπτόταν εκείνη τη περίοδο στον ύπνο μου και με οράματα στο ξύπνιο μου, δε με άφηναν αδιάφορη αυτά τα συμβάντα. Η ιστορία μιλούσε για ένα παιδί που άφησε τη γιαγιά του να ανέβει ψηλά στον ουρανό και μπορούσε να την επισκεφτεί όποτε ήθελε. Ήταν ο ομορφότερος τρόπος για να μιλήσεις σε μια παιδική ψυχή για το τέλος της ζωής. “ Μαμά, θέλω να μου διαβάζεις κάθε βράδυ από ένα παραμύθι.” έτσι και έγινε, ετούτα τα βιβλία που μου διάβασε τα έχω φυλαγμένα ένα προς ένα, να τα διαβάσω σε παιδιά, ίσως κάποιο αισθάνεται σαν εμένα.

Αργότερα η μητέρα με έκανε μέλος της βιβλιοθήκης, απομονώθηκα από το κόσμο γύρω μου, δε μου άρεσε, δε μιλούσα σε κανένα, κανείς δε μου έκανε, μου φαινόταν λίγοι και επικίνδυνοι. Χανόμουν μέσα σε σελίδες και ράφια, διάβαζα, διάβαζα, χωρίς να ξέρω τι έψαχνα, που θα με βγάλει μέχρι που άρχισε να τρέμει το χέρι μου. Αυτοεξορήστηκα στα βουνά μπας και ηρεμήσω από τους δαίμονες μέσα στο κεφάλι μου. Εκεί, από τότε ξεκίνησε να εμφανίζεται η κουκουβάγια, με καθησύχαζε η καθοδήγηση της.

Παρόλα αυτά οι δαίμονες με ακολούθησαν και εκεί, το χέρι μου δε σταμάτησε να τρέμει μέχρι που ένα βράδυ δίπλα στο τζάκι άρπαξα ένα εύκαιρο στυλό και ένα πρόχειρο χαρτί από της γιαγιάς μου το τετράδιο και ξεκίνησα να γράφω. Σαν χήμαρος ξεχύθηκε ο λόγος μου, λες και τα κρατούσα μέσα μου. Μόνο αυτό έκανα για πολλές μέρες, πολλά παιδικά μου χρόνια, έγραφα με μανία, πονούσε το χέρι μου και εγώ συνέχιζα να βαροπατάω τα ορνιθοσκαλίσμτα μου, να ξεβράσω από τη τρικυμιά της ψυχής μου. Έτσι ξεκίνησε και δε μπορούσε να σταματήσει. Άδειαζα και ξανά γέμιζα, σαν ένα όπλο που το οπλίζεις και το ξοπλίζεις.

Δε σκέφτομαι όταν γράφω. Πως να στο εξηγήσω να το καταλάβεις; Είναι τρομακτικό, είναι σαν το σώμα σου εκείνη τη στιγμή να διακατέχεται από ένα ανώτερο πνεύμα που σου υπαγορεύει τι να γράψεις. Υποσεινήδητο μου το ονόμασε ο ψυχολόγος. Έστω, ας είναι έτσι, δε παύει να σε τρομάζει. Σε τι μονοπάτια σε έχει οδηγήσει αυτό το υποσυνείδητο, τι ζωές έχεις ζήσει που δε θυμάσαι, τι αναμνήσεις κουκουλώνει και ξεσκεπάζει σε ξέφωτο σκοτεινό; Γράφω και είναι σαν να απαγκιστρώνομαι από το Εγώ, σαν να φεύγει η ψυχή από το σώμα μου, η συγγραφή σε οδηγεί στο θάνατο σου. Ανατριχιάζεις, ξεκοκαλιάζεσαι,τραβάς τη σάκρα από πάνω σου και ξεγυμνώνεσαι εκεί μπροστά σου.

Δε σου θυμώνω πια Αντριάν. Μου πήρε καιρό να ξανά γράψω αλλά γνωρίζω ότι θα ξανά βρω τα πατήματα μου, ναι το πήρες αυτό το κομμάτι, ήταν αναπόφευκτο, κάπου άλλωστε είχα διαβάσει πως :“Καμία αφαίρεση δε σε αφήνει ολόκληρο.” Όπως είπα όμως ένα κομμάτι μόνο πήρες, το υπόλοιπο μου ανήκει, πάντα μου άνηκε, πάντα θα μου ανήκει. Δε σου θυμώνω πια καλέ μου, σου έγραψα πολλά γράμματα που πέταξα στη θάλασσα να βρουν παραλήπτη Ποσειδώνες, Σειρήνες και χαμένους Ναυτικούς, ετούτο όμως θέλησα να σε βρει. Δε σου θυμώνω, δεν έχω απαιτήσεις από την αγάπη μου για εσένα, μέχρι εκεί που φτάνει κανείς, μέχρι εκεί μπόρεσες.

                                                                                                      Με εκτίμηση,
                                                                                                                              Μαγδαλένα.



Comments


bottom of page