Όπως κάθε καλοκαίρι, ο πατέρας με στέλνει εδώ για να βοηθήσω το θείο μου στην απαιτητική τουριστική σεζόν. “ Μόνο αν μάθεις πως βγαίνουν τα χρήματα θα τα εκτιμήσεις!” μου γκαρίζει και μου γκάριζε απ’όταν ήμουν μικρή. Για εμένα όμως δεν θυμίζει τίποτα από αγκαρία, ίσως κάτι από ελευθερία θα έλεγα. Οι Σιρακούσες είναι μια μικρή αλλά πανέμορφη ιστορική πόλη που με γεμίζει ηρεμία απλά διασχίζοντας τα πλακόστρωτα στενά της και χαζεύοντας τα ρομαντικά μπαροκ κτήρια. Τις μέρες που είμαι ελεύθερη το πρωί αράζω στο συντριβάνι της Άρτεμης διαβάζοντας ποιήση. Σήμερα είναι μια από αυτές.
Καμιά φορά δυσκολεύομαι να καταλάβω προς τι ο τόσος συνοστισμός για το Φοντάνα ντι Τρέβι, αυτό εδώ αν και πιο ταπεινό, δε παύει να σε μαγεύει και να σε ταξιδεύει στο μύθο της νύμφης Αρέθουσας και του Αλφείου. Παρατηρώντας, η Θεά Άρτεμις αναστηλωμένη από χρυσό, θεά του κυνηγιού, στέκεται στη μέση κρατώντας ένα τόξο ενώ ο σκύλος δεσπόζει περήφανα δίπλα της. Στα πόδια της η γυμνή Αρέθουσα είναι έτοιμη να γλιστρήσει στο νερό που με τη βοήθεια της θεάς μετατρέπεται σε πέρασμα προς την Ορτιγία για να ξεφύγει από τον πιεστικό έρωτα του Αλφείου. Εκείνος συγκλονισμένος απλώνει τα χέρια του να συγκρατήσει την Αρέθουσα. Γύρω τους παρακολουθούν τη σκηνή τέσσερις Τρίτωνες, οι δύο εξ’αυτών, βρίσκονται στη ράχη δύο θαλάσσιων ίππων και οι άλλοι δύο στη ράχη δρακόμορφων τεράτων.
Δε μπορώ παρά να αισθανθώ συμπόνια για τον Αλφείο, ξέρω πως είναι να αγαπάς κάποιον τόσο που η αγάπη σου να γίνεται κελί του, δεν αγαπά τον εαυτό του αρκετά για να καταλάβει ότι δεν είναι έτσι η αγάπη, δεν είναι δύσκολη. Υπήρξα κάποτε Αλφειός, ο ψυχολόγος λέει ότι είναι αποτέλεσμα των τραυμάτων που μου δημιούργησε η αυστηρότητα και η απουσία του πατέρα. Τώρα όμως βρίσκομαι εδώ ξανά, σε μια πόλη γεμάτη ιστορία και ένα σωρό μυστικά μου. Ότι συμβαίνει εδώ, μένει εδώ. Ευτυχώς ο θείος είναι πολύ δεκτικός και προοδευτικός άνθρωπος, δεν έμοιασε καθόλου στον αδερφό του. Κάθε βράδυ βγαίνουμε με τη παρέα σε παμπ αγοράζοντας μπύρες, πίνουμε, παίζουμε μπόουλινκ και αργά το βράδυ πάμε γυμνοί για κολύμπι. Άλλες βραδιές τις περνάμε ψήνοντας έξω στην αυλή του ξενοδοχείου και ανάβοντας μια φωτιά, κουκουλονόμαστε με κουβέρτες και συζητάμε κοιτώντας τα άστρα μέχρι που ξημερώνει και γυρνάμε με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια στη δουλειά.
Φέτος γνώρισα τον Κόλιν, έχει όλο το πακέτο. Έίναι ψηλός, ξανθός με κοιλιακούς. Έχει έρθει με ένα πρόγραμμα από τη σχολή του για να ολοκληρώσει ένα τμήμα των σπουδών του εδώ αλλά εκείνος δε κάνει τίποτα άλλο από το να κάνει σεξ μαζί μου, να πίνει τσιγάρα και να χορεύει μαζί μας στη ντισκο. Δε ξέρω τι σπουδάζει, δε ξέρω ποια είναι τα χόμπι του και δε με ενδιαφέρει να μάθω. Ξέρω ότι αυτό που έχουμε δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από ένα καλοκαιρινό ειδύλλιο, αυτό άλλωστε δεν είναι το νόημα στα εικοσιδύο σου; Βέβαια δε θα πω ψέματα, προσπάθησα να του μιλήσω για τέχνη και ποιήση, τον πήγα στις καλύτερες παραστάσεις θεάτρου, παρακολουθήσαμε νουάρ εξωτερικό κινηματογράφο, όμως δε φαινόταν να καταλαβαίνει ή να συγκινείται από πολλά, δε φαίνεται να μπορεί να συνδεθεί με άλλο τρόπο πέρα από το σώμα του, και είμαι εντάξει με αυτό.
Τώρα η ματιά μου ξαποσταίνει πάνω στο γυμνό σώμα της Αρεθούσας. "Γυναίκα ακέρια,μήλο σάρκας, ζεστή σελήνη, πηχτή ευωδία από λάσπη, φως και φύκια στουμπισμένα...άστους γοφούς σου να επιβάλουν στο νερό κάποιο καινούργιο μέτρο κύκνου ή νούφαρου, να αρμενίσει στο αιώνιο κρύσταλλο το άγαλμα σου", είχε γράψει ο Νερούδα. Ξαπλωμένη σε τέτοια στάση που αναδεικνύει τις καλίγραμμες καμπύλες του σώματος της, γυμνή και όμως τόσο δυνατή παρουσία, σε απόλυτη αρμονία με το σώμα της. Δεν είναι γυμνασμένο σώμα, είναι καθαρό από τέτοιες υπερβολές, τόσο φυσικό… Η λεκάνη της μεσογειακή ανοιχτή έτοιμη να γεννήσει υγιή παιδιά, η κοιλιά της ελαφρώς πλαδαρή, σημάδι γονιμότητας και υπέρμετρου πόθου, τώρα κοιτάζω το στήθος της, καμία σχέση με τα υπόλοιπα μέρη του σώματος της, είναι σκληρό, σταθερό, οι ρόγες της σαν μπρόκες που ξεπετάγονται έτοιμες να θηλάσουν και μετά ο λαιμός της, λεπτός, διακρίνεις τένοντες και φλέβες να ξεπετάγονται, λαιμός για να δαγκώσεις και να ρουφήξεις όλη αυτή την ομορφιά, όλη αυτή την ένταση. Εδώ που τα λέμε, δεν αδικώ καθόλου τον Αλφειό…
Τελευταία όμως συμβαίνει κάτι περίεργο αγαπητό μου ημερολόγιο, κάτι που παρόμοιο του δεν έχω ξανά νιώσει. Από τη μέρα που ξεκίνησα τη σεζόν με πλησίασε εκείνη η κοπέλα. Για την ακρίβεια δε την είχα παρατηρήσει στο χώρο, δεν είναι από τα μέρη μας,ούτε κανείς τη γνωρίζει από τη παρέα μου. “ Γεια, είμαι η Μιράντα.” μου είχε πει εκείνο το μεσημέρι που διάβαζα το βιβλίο μου στο μπαρ καθώς δεν είχε κόσμο. Έτσι, άτσαλα, απρόσκλητη σχεδόν με θράσος ήρθε και μου συστήθηκε. “ Μυρτώ” της απάντησα και της ανταπέδωσα τη χειραψία. “ Είσαι η ανιψιά του αφεντικού;” με είχε ρωτήσει και εγώ της ένευσα καταφατικά. “ Εσύ;” “ Εγώ είδα την αγγελία και ήρθα, δεν είμαι από δω απλά έψαχνα ένα μέρος να ξεφύγω…” μου απάντησε.
Διέκρινα ότι ήταν μαγκωμένη. “ Ώστε κυνηγός της περιπέτειας, μοναχικός ταξιδιώτης και έτσι;” κατάφερα να τη κάνω να γελάσει,μου αρέσει όταν κάνω τον κόσμο να αισθάνεται άνετα δίπλα μου και δυστυχώς ή ευτυχώς είναι ένα από τα χαρίσματα μου. Έχει ένα πολύ γλυκό λεπτεπίλεπτο πρόσωπο και είναι πολύ όμορφη όταν χαμογελάει “ Ναι κάτι τέτοιο, θέλω να δω όλη τη πόλη μέσα στο καλοκαίρι.” μου απαντάει τελικά, “ θα μπορούσα να σου δείξω πολλά όμορφα κρυμμένα διαμάντια αυτής της πόλης, είναι η αδυναμία μου.” της απαντάω. Ξαφνικά, τη συζήτηση μας διέκοψε ο υπεύθυνος βάρδιας, πόσο δε συμπαθώ αυτόν τον κοντόχοντρο καχύποπτο άνθρωπο που προσέλαβε ο θείος μου να μας γαβγίζει. Της φωνάζει να επιστρέψει στο πόστο της και εκείνη βιαστικά και με ένα αμήχανο χαμόγελο μου γνέφει με τη παλάμη της αντίο. “ Θα χαρώ πολύ” πετάει και απομακρύνεται τρέχοντας.
Αργότερα έπιασα τον εαυτό μου να ρίχνει ματιές προς το πλευρό της και εκεί ένιωσα αυτό το αλλόκοτο αίσθημα. Καθώς έσκυβε να παίξει με τα παιδιά και να τους κρατήσει συντροφιά δε μπορούσα να αντισταθώ από το να κοιτάξω τη λεπτή μέση της και τη καμπύλη των καλοσχηματισμένων γλουτών της. Έπειτα αισθάνομαι τύψεις και στρίβω αλλού το βλέμμα μου αναρωτώμενη τι έχω πάθει. Έρχεται από μόνη της να μου πει για διάφορες εμπειρίες που είχε ζήσει στη πόλη όταν δε δουλεύει και για κάποιο λόγο αισθάνομαι χαρούμενη που δεν αναφέρει για κάποιο σύντροφο. Έχει συνεχώς ένα ενθουσιασμό και μια σπιρτάδα στο βλέμμα της, οι συζητήσεις μας είναι σύντομες και περιεκτικές φοβούμενες μη μας ανακαλύψει ο υπεύθυνος. Καμιά φορά προσποιείται ότι θέλει να χρησιμοποιήσει τη τουαλέτα για να περάσει από το μπαρ και να ανταλλάξουμε κουβέντες.
Ξαφνικά τη προηγούμενη εβδομάδα σταμάτησε να μου μιλάει, ήταν απόμακρη και σκεπτική, την άκουσα να τσακώνεται με μερικούς συναδέρφους και ανησύχησα ότι θα έφευγε, γιατί δεν ήθελα να φύγει; Δίσταζα να της ζητήσω να βγούμε γιατί φοβόμουν τον εαυτό μου. Είναι η πρώτη φορά που αισθάνομουν τόσο άβολα με κάποιον, με προβλημάτιζαν οι σκέψεις που έκανα με αυτή τη κοπέλα. Μέχρι που μια μέρα ήρθε και με βρήκε. “ Τι τρελό θα κάνεις απόψε;” “ Τίποτα τα παιδιά θα δουλεύουν οπότε θα πάω σπίτι, εσύ;“ Δεν έχω κανονίσει κάτι και εγώ, οπότε λέω απλά να διαβάσω το βιβλίο μου στο μπαλκόνι με ένα φτηνό μπουκάλι κρασί.” “ Μου ακούγεται πολύ καλύτερο από οτιδήποτε άλλο θα μπορούσες να κάνεις, τι βιβλία διαβάζεις;” “ Αυτή τη περίοδο ξεκίνησα ένα που μιλάει για το παράνομο έρωτα της Κοκο Σανέλ και του μεγάλου συνθέτη Ιγκορ Στραβίνσκι. Ο συγγραφέας λέγεται Γκρινχαλτζ.” “ Χμμ, παράνομος έρωτας και φτηνό κρασί, μου ακούγεται ενδιαφέρον.” “ Τότε ίσως πρέπει να μου κάνεις παρέα.” Δίστασα αλλά από αμηχανία δέχθηκα τη πρόταση της.
Το βράδυ κατά τις εννιά βρισκόμαι έξω από τη παλιά ξεθωριασμένη πολυκατοικία. Το διαμέρισμα της είναι πολύ μικρό, μια λερωμένη κουζίνα γεμάτη λάδια και άπλυτα πιάτα πολλών ημερών, παραδίπλα ένας καναπές κρεβάτι κάτω από το ξύλινο παράθυρο με τις παλιομοδίτικες κουρτίνες, απέναντι μερικά ράφια με πολλά βιβλία και ακριβώς στη μέση του διαμερίσματος βρισκόταν ένα πλαστικό τραπέζι με δύο επίσης πλαστικές καρέκλες που ανοιγόκλειναν για να τις βγάζει έξω στο μπαλκόνι. Το μπαλκόνι ήταν επίσης στενό με μαύρα καμπυλωτά κάγκελα και πολλά λουλούδια γύρω από το πεζούλι, η θέα τίποτα το σπουδαίο, ένα κομμάτι από τη ταράτσα του δίπλα διαμερίσματος.
Δεν είπαμε και πολλά, ανοίξαμε το μπουκάλι κρασί και εκείνη ξεκίνησε αμέσως να διαβάζει. Καθώς την άκουγα να μου διαβάζει για τον Ίγκορ που πάλευε μέσα του και αντιστεκόταν στον έρωτα του για τη Κοκό επειδή ήταν παντρεμένος, συνειδητοποιήσα ότι μάλλον αυτό μου συνέβαινε, ίσως γι αυτό αισθανόμουν περίεργα κοντά της, ήταν ξεκάθαρο ότι ερωτεύτηκα μια κοπέλα! Εγώ; και τι σημαίνει αυτό για τη ταυτότητα μου; Έχουν περάσει χρόνια που ακούω το πατέρα μου να υποβαθμίζει ομοφυλόφιλους άντρες, τους θεωρούσε μολυσματικούς, άχρηστους για τη κοινωνία... Δεν είχα ακούσει όμως ποτέ για γυναίκες που τους αρέσουν γυναίκες ,είμαι φυσιολογική; Μήπως θα φρικάρει η Μιράντα αν την ακουμπήσω ή είναι και εκείνη σαν εμένα; Μήπως αυτό είναι κάτι πολύ φυσιολογικό και απλά δεν έτυχε ποτέ να το ακούσω;
Ήμουν ο Ίγκορ, ή ο Αλφείος αλλά δεν είχε και πολύ σημασία για εμένα, αυτό που κατάλαβα είναι ότι ένιωθα μια αστείρευτη ανάγκη να την ακουμπήσω, να κάνω έρωτα μαζί της. Άπλωσα το χέρι μου και ακούμπησα το γόνατο της. Εκείνη σταμάτησε να διαβάζει ξαφνιασμένη αλλά και μπερδεμένη. “ Τι κάνεις;” με ρώτησε. Ντροπιασμένη τράβηξα το χέρι μου μακρυά της. “ Συγνώμη...εγώ, δεν…” σηκώθηκα κατακόκκινη από τη ντροπή να φύγω. Τώρα σηκώθηκε και εκείνη, δεν ήξερε πως να αντιδράσει. “ Καλό βράδυ.” της πέταξα χωρίς να τη κοιτάξω στα μάτια και άνοιξα τη πόρτα. “Περίμενε!” μου φώναξε. “ Κοίτα δε χρειάζεται να το κάνουμε θέμα, σου ζητώ συγνώμη δε θα σε ξανά ενοχλήσω εντάξει!;” της είπα τώρα απελπισμένα, είχα θυμώσει με τον εαυτό μου.
Εκείνη με πλησίασε σε απόσταση αναπνοής και έκλεισε τη πόρτα. “ Νομίζω μου άρεσε.” μου είπε. Αιφνιδιασμένη πάγωσα. Έσκυψε και με φίλησε στο λαιμό μου, ένιωσα να μουσκεύει το εσώρουχο μου. Όταν έβγαλε το σουτιέν της και χαίδεψα της ρόγες της, ήταν πολύ ερεθισμένες, με μια φωτιά να καίει μέσα μας, μια τεράστια παγιδευμένη ένταση, ανακαλύπτοντας και οι δύο καινούργιες πτυχές του εαυτού μας ξαπλώσαμε στο κρεβάτι. Δεν ήμασταν σίγουρες για ότι κάναμε και πως το κάναμε αλλά το πάθος αρκούσε. Έσκυψα ανάμεσα στα πόδια της και γεύτηκα τους χυμούς της, στο άκουσμα των βογκητών της από την ευχαρίστηση που της παρείχα μούσκεψα ακόμη περισσότερο.
Το επόμενο πρωί με ρώτησε αν θα το έλεγα στο Κόλιν. “ Δε ξέρω… δεν είναι καν το αγόρι μου…” “ Και εγώ τι σου είμαι;” Δε πίστευα ποτέ ότι θα το έλεγα αυτό, εγώ ένας Αλφείος, αλλά όταν τη κοίταξα στα μάτια της απάντησα : “ ίσως δε χρειάζεται να μου είσαι κάτι, ούτε ο Κόλιν να του είμαι κάτι, δε πιστεύω στη μονογαμία, δεν έχει σημασία αν σε ονομάσω αγόρι μου ή κορίτσι μου γιατί δεν μου ανήκεις, η ταμπέλα της σχέσης δε σε εμποδίζει από το να πας με κάποιον άλλο, τίποτα δε σε εμποδίζει και δε περιμένω να σε εμποδίσει” “ Αυτό που είπες είναι πολύ σκληρό, δε θα σε πειράξει αν κάνω αυτό που κάνουμε με κάποια άλλη κοπέλα;” “ Θα με πειράξει, αλλά δε μπορώ να κάνω τίποτα γιαυτό εσύ είσαι εσύ και κάνεις ότι νιώθεις, το ίδιο και ο Κόλιν. Οι έρωτες είναι φθαρτοί, περνάνε, κάποια στιγμή αυτό που έχεις με κάποιον ίσως σταματήσει να βγάζει νόημα, αν έχεις προλάβει να αγαπήσεις μένει αυτό και είναι αρκετό για να σε κρατήσει με κάποιον, αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες.”
Όταν ο Σεπτέμβρης τελειώσει η Μιράντα θα επιστρέψει στη πατρίδα της και εγώ στο πατέρα μου, το καλοκαίρι θα ξεθωριάσει, το ίδιο και τα τατουάζ που χτυπήσαμε κάτω από το δεξί μας στήθος με τον αριθμό ενενήντα δύο ένα βράδυ μεθυσμένες. Ενεννήντα δύο, για να θυμόμαστε αυτό το καλοκαίρι, για να μετράμε τα χρόνια από τότε που ανακαλύψαμε και περπατήσαμε σε πιο βαθιά μονοπάτια της ύπαρξης μας. Ξέρω ότι η Μιράντα θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί κι’άλλους ανθρώπους, ίσως ξεθωριάσω και εγώ στη μνήμη της, ξέρω όμως επίσης ότι την απελευθερώνω,αυτή τη φορά ανοίγω εγώ το πέρασμα προς την Ορτιγία, μου αρκεί που το ζήσαμε, μου αρκεί που υπήρξαμε, άλλωστε κανείς δεν ανήκει σε κανένα, απελευθερώνω και εμένα. Το τέλος δε χρειάζεται να είναι λυπητερό, ίσως νωχελικό στη θύμηση των αναμνήσεων μας, όμως όχι λυπητερό γιατί στο νεκροκρέβατο μου δε θα έχει τίποτα άλλο σημασία αλλά το ότι έζησα μια ζωή γεμάτη, έτσι όπως την ήθελα. Αγάπη δε σημαίνει φυλακή, ίσως τελικά αυτούς που αγαπάμε χρειάζεται να τους αφήνουμε να φεύγουν...
Άλλωστε ο αγαπημένος Νερούδα είχε γράψει:
Θέλω ότι αγάπησα τη ζωή να συνεχίσει
κι αφού εσένα σ’αγάπησα πάνω από καθετί άλλο
θέλω να συνεχίσεις ν’ανθίζεις ,λουλουδάτη,
για να γνωρίσει ο κόσμος το αίτιο του άσματος μου
Εις το επανιδείν λοιπόν ή και ποιος ξέρει εις το που τελικά;
Comments