Θα αναρωτιέσαι πως βρέθηκα σε αυτή τη κατάσταση, ε λοιπόν να... καθόμουν με το Γάτο, θυμάσαι τον Γάτο Αντριάν; Χριστέ μου... πόσο λάτρευε ο Γάτος να κάθεται στη ποδιά σου, σε είχε
αγαπήσει πραγματικά και να ξέρεις δεν είναι τέτοιος...Έτσι λοιπόν και εγώ καθόμουν με το Γάτο στη ποδιά μου ένα βράδυ Σαββάτου και η αδερφή μου έπαιζε την αγαπημένη μου σύνθεση του Χατζηδάκη. Πόσο βαθιά μελωδία, σε ριζώνει μέσα σου, να κοιτάξεις και να αναλογιστείς. Ίσως γι αυτό το αποκάλεσε ο μεγάλος συνθέτης Νυχτερινό Περίπατο, αισθάνεσαι σαν να βαδίζεις στα σκοτάδια σου ακούγοντας τη μελωδία των αιματηρών πλήκτρων να ουρλιάζουν ένα - ένα ξεσηκώνοντας αναμνήσεις , φόβους και ανασφάλειες ολόκληρης της οντότητας σου.
Εκεί λοιπόν με χτύπησε για πρώτη φορά Αντριάν αυτή η τρομοκρατική σκέψη, αυτή που τόσο με συγκλόνισε και αισθάνθηκα σαν να κόπηκε μια κλωστή από τις θεότητες του κάτω κόσμου. Ήταν σαν ένας μικρό θάνατος. Αισθάνθηκα έξω από το σώμα μου, καμία φορά ξεχνάω ότι ζω μέσα σε αυτό, βρίσκομαι σε τέτοια επαφή με το πνεύμα μου που απαγκιστρώνομαι από αυτό το ρημάδι το καραβάκι που μας πρόσφερε η ζωή για να μας φτάσει ίσα - ίσα στην αντίπερα όχθη, παρόλα αυτά τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Έκτοτε, δακρύζω συνεχώς γιατί αυτή η απαίσια σκέψη με επισκέπτεται ακόμη και στις πιο απλές καθημερινές συνήθειες, είτε απολαμβάνοντας μια κούπα τσάι στο κήπο, είτε κάνοντας το καθιερωμένο μου περίπατο. Καλέ μου Αντριάν, πως ξέρουμε πότε θα είναι η τελευταία φορά που θα κρατήσουμε κάποιον στην αγκαλιά μας; Πως ξέρουμε ότι είναι η τελευταία μας ευκαιρία, η τελευταία μας στιγμή;
Ξέρεις τι είναι να μη σ 'αφήνει ήσυχο το κεφάλι σου; Σκέφτομαι πως περνάνε έτσι τα χρόνια...κοντεύω τριάντα μα σαν χθες ήμουν είκοσι. Τόσα όνειρα, τόσοι άνθρωποι και τόσες αναμνήσεις... και κυρίως αυτές μαζί σου. Θυμάσαι Αντριάν τα καλοκαίρια στη Μαγίορκα; Τι ωραίες στιγμές, να τρώμε παγωτό αραγμένοι στο λιμάνι κάτω από το καυτό ήλιο της Ισπανική αυτοκρατορίας και συ να εκνευρίζεσαι με τις στάλες από το παγωτό που έπεφταν στον αντίχειρα σου και έκαναν τα χέρια σου να κολλάνε. Θυμάσαι τους περίπατους στα λιβάδια την άνοιξη και τα πικ νικ, πίναμε τόσο κρασί που καταλήγαμε να κοιμόμαστε αγκαλιά κάτω από τα δέντρα. Θυμάσαι τις νύχτες των διακοπών στη Κούβα; Δροσερά, γλυκά, φρουτώδη κοκτέιλ στην ακρογιαλιά σαν να μας ξέβρασε η θάλασσα, χαμένους ναυαγούς και συνάμα συνοδοιπόρους να κοιτάζουμε το φεγγάρι αγκαλιά, μα τι λέω, εσύ ήσουν πάντα λάτρης για το ουίσκι...
Μήπως θυμάσαι τα ηλιοβασιλέματα στο Γιβλατάρ που μου εκμυστηρεύτηκες τις πιο βαθιές σου ανησυχίες, τους πιο κρυφούς σου πόθους; Φοβήθηκες ότι θα τρόμαζα και θα έφευγα, κι όμως δεν έφυγα ποτέ Αντριάν. Μήπως θυμάσαι τα απογεύματα στη Σεβίλλη με τους φίλους μας να γευματίζουμε και να μιλάμε για ποίηση, αλήθεια τι να κάνει άραγε τώρα η Μαργκαρέτ; Θυμάσαι τότε που είχες αρρωστήσει Αντριάν; Είχες πέσει βαριά και παίζαμε μαζί χαρτιά να περάσουν εκείνες οι αβάσταχτες μέρες στο νοσοκομείο και όταν καταλάβενες ότι σε άφηνα επίτηδες να κερδίσεις γιατί σκεφτόμουν τη κατάσταση σου γινόσουν έξαλλος, μα εγώ γελούσα γιατί μου αρκούσε η συντροφιά μας και γελούσες και εσύ μετά Αντριάν...
Καθισμένη τώρα εδώ, η μελαγχολία της ευτυχίας με χτυπάει καθημερινά, πόσες πες μου, πόσες άλλες τέτοιες αναμνήσεις χάσαμε Αντριάν, γιατί τέτοια αγάπη δε ξανά βρήκα. Όλοι οι άλλοι ήταν λίγοι ή υπερβολικά πολλοί και από αγκαλιά σε αγκαλιά πέρασαν τα χρόνια μακριά σου στη προσπάθεια να καλύψω το κενό που εσύ άφησες. Δε τα κατάφερα όμως Αντριάν και έμεινα εγώ με τα βιβλία μου, μια πένα και ένα Γάτο. Μα τι σε οδήγησε βρε Αντριάν σε τέτοια φυγή, ποτέ δε μου είπες, πάνε δέκα ολόκληρα χρόνια που θαλασσοδέρνομαι και ακόμη δε μου είπες. Ζω στο παρελθόν και οι αναμνήσεις μας, σαν σε ταινία παίζουν σε επανάληψη. Δε μπορώ να φάω, δε μπορώ να κοιμηθώ, η νοσοκόμα μονάχα μου θυμίζει που και που να πίνω λίγες γουλιές νερό, αποσκελετώθηκα λένε οι γιατροί, βαριάς μορφής κατάθλιψης διαγνώσκουν οι ψυχίατροι, σαν να εκτροχιάστηκα από τη πραγματικότητα, ένα τέτοιο αίσθημα, εσύ θα καταλαβαίνεις, πάντα με καταλαβαίνεις.
Το πρόβλημα όμως Αντριά δεν είναι οι ενδορφίνες, ούτε τα δάκρυα και οι γιατροί, το πρόβλημα είναι τα καλοκαίρια που περνάνε και δε σε έχω εδώ κοντά μου να πηγαίνουμε για βαρκάδα στη λίμνη, είναι οι νύχτες που δε τσακωνόμαστε για τα τσιγάρα σου που τόσο με ενοχλούν, είναι οι αγκαλιές που δε με πηγαίνεις πια για να κοιμηθούμε και εγώ να μπλέκω τα δάκτυλα μου στα σγουρά μαλλιά σου, είναι τα ηλιοβασιλέματα που χάσαμε και θα χάσουμε αν δε μου μιλήσεις να μου πεις τι είναι αυτό που σε έκανε να πετάξεις αυτό που είχαμε. Δεν ήξερα τότε βρε Αντριάν, ήμουν μικρή και ατσαλάκωτη, το πρόβλημα είναι το τι θα μπορούσα να είχα κάνει για να σε έχω εδώ κοντά μου ακόμη και σήμερα.
Όταν με ρωτάνε φίλοι και συγγενείς πως αισθάνομαι για εσένα, ακόμη και τώρα που ίσως να πλαγιάζεις πλέον αγκαλιά με κάποια άλλη, εγώ δε μπορώ να απαντήσω τίποτα άλλο πέρα από αυτό: " Αν έχεις αγαπήσει κάποιον πραγματικά, αν είχες το προνόμιο να αισθανθείς τέτοιο πράγμα, και θα ξέρεις πότε το έχεις νιώσει γιατί δεν υπάρχει παρόμοιο του, δε σταματάς να αγαπάς. Αν σταματήσεις δεν αγάπησες ποτέ. Όταν αγαπάς η καρδιά σου είναι μεγάλη και τον χωράει τον άλλο είτε με εσένα είτε χωρίς." Με άλλα λόγια, η αγάπη είναι αυταπάρνηση μάτια μου, είναι παραχώρηση από κομμάτι του εγωισμού μας και δεν αγαπά πραγματικά όποιος δεν αγαπά για πάντα. Ίσως γι αυτό εμείς που αγαπάμε κάποιον δε μπορούμε να καταλάβουμε πότε θα είναι η τελευταία φορά που θα τον κρατήσουμε στην αγκαλιά μας, ίσως είναι επειδή πιστεύουμε ότι θα είναι για πάντα, αλλιώς δε θα τον αφήναμε...
Comments