top of page

Η κουκουβάγια

  • Writer: Arthografies
    Arthografies
  • Feb 21, 2024
  • 1 min read


Κάποτε μου είχαν πει πως όταν μια κουκουβάγια κράζει,

θα πεθάνεις

Τα χέρια μου είναι παγωμένα, χίλιοι νεκροί τ’αγγίζουν,

νιώθω τις ανάσες τους ζεστές να χαδεύουν τα αυτιά μου τα βράδια,

συγχώρεση ζητούν και εύχονται λίγο χρόνο ακόμη να ‘χαν


Κλείνω τα μάτια μου, τους εμπιστεύομαι και με ταξιδεύουν σε ένα σκο τεινό δάσος,

κοράκια τραγουδούν ένα αρχέγονο παλιό ύμνο,

οι σκιές των νεκρών μουγκρίζουν τα ονόματα εκείνων που κάποτε πλήγωσαν,

τα ξεραμένα φύλλα των δέντρων, παραπονιούνται σε κάθε μου βήμα,

μα δε τα νιώθω στα γυμνά πόδια,

έτσι είναι άραγε να είσαι νεκρός;


Φτάνω σε ένα στρογγυλό ξέφωτο,

στη μέση στέκεται ένας γέρικος γυμνός πλάτανος

σε ένα κλαδί του κρατάει ένα σκοινί, μια θηλιά,

και εκεί, κάθεται μια καφέ κουκουβάγια

τι όμορφη που είναι...

το σκηνικό θυμίζει θυσία στους θεούς των ηφαιστείων


Για πρώτη φορά, η ησυχία δε με τρομάζει

η κουκουβάγια απλά με κοιτάζει με τα τεράστια επικριτικά μάτια της,

νιώθω δέος αλλά δεν υποχωρώ

ανοίγει τα φτερά της, είναι πολύ μακριά

κάποιος στριγγλίζει

εγώ ήμουν!;


Εκείνη ατρόμητη Αθηνά με παρατηρεί,

σκύβω και κόβω ένα μανιτάρι,

υποκλίνομαι

δεν αμφισβητώ τη δύναμη της,

μυρίζω θάνατο μα εκείνη δε κράζει,

βρίσκω το θάρρος και τη κοιτάζω στα μάτια,

θα τα θυμάμαι για πάντα αυτά τα μάτια

και έπειτα ήρθε η κραυγή

βουβή αλλά τόσο διαπεραστική


Η κουκουβάγια πετάει, κοιτάζω πίσω μου,

εκεί στέκεται η θεά Άρτεμης

ένα βέλος έρχεται κατά πάνω μου

η κουκουβάγια πετάει μπροστά μου,

ανοίγει τα τεράστια φτερά της

 και το βέλος διαπερνά το στήθος της και έπειτα το δικό μου,

αίματα λερώνουν τα γυμνά μου πόδια,

μια καμπάνα χτυπάει


Comments


bottom of page